εθνικότητα


εθνικότητα
[этникотита] ουσ. Θ. национальность,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εθνικότητα" в других словарях:

  • εθνικότητα — η 1. το να κατάγεται κανείς από κάποιο έθνος: Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, που είναι ελληνικής εθνικότητας. 2. υπηκοότητα: Αεροπλάνο άγνωστης εθνικότητας παραβίασε τον εναέριο χώρο μας. 3. η ιδέα του έθνους: Η εθνικότητα κυριαρχεί στον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εθνικότητα — Η ιδιότητα εκείνου που ανήκει σε κάποιο έθνος ή κατάγεται από κάποιο έθνος· εθνική ομάδα που ζει σε ξένη επικράτεια. Πολλοί ταυτίζουν τον όρο ε. με την ιθαγένεια (βλ. λ.) και την υπηκοότητα. Πραγματικά, στα περισσότερα σημεία τους και οι τρεις… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • ιππική — Όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσει το σύνολο των αγώνων που διεξάγονται με άλογα και κατά προέκταση ό,τι αφορά την εκτροφή και την εκγύμναση των αλόγων. Η ι. από αθλητική άποψη διαιρείται σε ιππασία και ιππικούς αγώνες. ιππασία. Η τέχνη της …   Dictionary of Greek

  • Γιουγκοσλάβος — α αυτός που έχει τη γιουγκοσλάβικη εθνικότητα ή ιθαγένεια ή αυτός που κατάγεται από τη Γιουγκοσλαβία …   Dictionary of Greek

  • Παίονες — Αρχαίος λαός που εγκαταστάθηκε αρχικά στην περιοχή πάνω από τον Αξιό και αργότερα μέχρι τον Στρυμόνα. Η εθνικότητά τους ήταν ελληνοθρακική. Τα ομηρικά έπη αναφέρουν τους Παίονες ως κατοίκους αυτής της περιοχής. Και ο Παυσανίας επίσης λέει ότι ο… …   Dictionary of Greek

  • αλβανόφωνος — η, ο αυτός που μιλάει την αλβανική γλώσσα ως μητρική, αλλά δεν είναι Αλβανός κατά την εθνικότητα, ο αλβανόγλωσσος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Αλβανός + φωνος < φωνή] …   Dictionary of Greek

  • αραβόφωνος — η, ο 1. αυτός που μιλά την αραβική γλώσσα χωρίς να είναι Άραβας στην εθνικότητα («αραβόφωνοι Σύροι») 2. αυτός που μιλά την αραβική («όλος ο αραβόφωνος κόσμος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < Άραψ( βος) + φωνή. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στον Ι. Βαλαβάνη] …   Dictionary of Greek

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek

  • διαίρεση — Ο χωρισμός σε μέρη. (Βιολ.) Είδος αγενούς πολλαπλασιασμού όπου ο μητρικός οργανισμός διαιρείται σε δύο (διχοτόμηση) κομμάτια, τα οποία αναγεννούν τα τμήματα που λείπουν και αποκαθιστούν το μέγεθος και το τμήμα του οργανισμού. (Μαθημ.) Η… …   Dictionary of Greek